Οι αποκαλύψεις για την απάτη που αποδίδεται στην ΜΚΟ Παιδική Χαρά δεν σταματούν. Λίγο πριν από τις δέκα το πρωί, οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι παρουσιάστηκαν στον ανακριτή για να εξηγήσουν την εμπλοκή τους.
Μεταξύ όσων απολογούνται σήμερα βρίσκονται η σύντροφος του προέδρου της οργάνωσης, ο αδελφός της και δύο ακόμη πρόσωπα που συνδέονται με τη δράση της ΜΚΟ.
Την ώρα που έφταναν, πολίτες τους αποδοκίμασαν έντονα, φωνάζοντας «δεν ντρέπεστε γι’ αυτά που κάνατε;». Οι ίδιοι προχώρησαν σιωπηλοί, με σκυμμένο το κεφάλι.
Ακόμη μία απολογία αναμένεται την Πέμπτη (05.11.2026). Τελευταίος θα κληθεί να δώσει τις δικές του εξηγήσεις ο πρόεδρος της ΜΚΟ «Παιδική Χαρά».
Το πρωί της Τρίτης, μιλώντας στο MEGA, ο ειδικός αστυνομικός αναλυτής Σταύρος Μπαλάσκας, ο οποίος ανέφερε ότι έχασε την αδελφή του από καρκίνο στα 13 της χρόνια, είπε: «Πώς μπόρεσαν και έβγαλαν 10 εκατ. ευρώ σε επτάμισι χρόνια. Έλεγαν σε μια μητέρα, στείλε μου μια φωτογραφία του παιδιού χωρίς μαλλιά, να είναι στην εντατική. Πρόκειται για 34 περιπτώσεις… Τα περισσότερα παιδάκια έφυγαν. Επέλεγαν παιδιά που ήταν σοβαρότατες περιπτώσεις και στο τελικό στάδιο».
Η πορεία των δωρεών
Το κεντρικό ερώτημα στο οποίο καλούνται πλέον να απαντήσουν οι κατηγορούμενοι είναι ποια υπήρξε στην πράξη η διαδρομή των χρημάτων και αν οι οικονομικές κινήσεις που ελέγχονται συνδέονται με τις δωρεές των πολιτών.
Κατά τις υπάρχουσες πληροφορίες, η έρευνα ξεκίνησε αφότου η υπηρεσία που είναι αρμόδια για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος παρέλαβε δύο ηλεκτρονικά μηνύματα.
Οι Αρχές εξετάζουν, μεταξύ άλλων, και τον τρόπο συγκέντρωσης των ποσών. Σε αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που φέρεται να χρονολογούνται από το 2017 και το 2018, εμφανίζονταν προσωπικοί τραπεζικοί λογαριασμοί, αλλά και λογαριασμοί σε πλατφόρμες ηλεκτρονικών πληρωμών, όπως η Revolut και το PayPal.
Παράλληλα ελέγχονται ζητήματα αδειοδότησης της οργάνωσης, καθώς έχει διατυπωθεί ο ισχυρισμός ότι δεν διέθετε την άδεια που απαιτείται για τη διενέργεια εράνων.
«Θα κάνουμε έρανο, τα χρήματα όμως θα έμπαιναν σε δικό τους λογαριασμό»
Μία από τις οικογένειες που αναζήτησαν βοήθεια για το παιδί τους είναι εκείνη της Μαντόνας Μυρτέλη. Η κόρη της διαγνώστηκε με σάρκωμα το 2023.
Η μητέρα της Λάουρας απευθύνθηκε στην ΜΚΟ μέσω Facebook και ζήτησε οικονομική στήριξη. Η οργάνωση ξεκίνησε έρανο σε δικό της τραπεζικό λογαριασμό, υποστηρίζοντας ότι η μητέρα δεν μπορούσε να ανοίξει δικό της. Αποτέλεσμα ήταν η ίδια να μην έχει ούτε ενημέρωση ούτε λογοδοσία για το ύψος των δωρεών που συγκεντρώνονταν στο όνομα του παιδιού της.
«Μου είπαν ότι θα κάνουμε έρανο και τους είπα εντάξει και πώς γίνεται αυτό; Έχουμε είπαν δικό μας ερανικό λογαριασμό, γιατί εγώ δεν μπορούσα να ανοίξω και δε ρώτησα το γιατί δεν μπορώ εγώ να ανοίξω, για να σας πω αλήθεια. Απλά βασίστηκα σε αυτό ότι έχουν εκείνοι ερανικό λογαριασμό και ας μαζέψουν εκεί χρήματα. Δηλαδή δε με ένοιαζε αυτό. Εμένα με ένοιαζε να βοηθηθώ για τη μικρή».
Κατά τη νοσηλεία του παιδιού, η επιχειρηματίας Δήμητρα Κατσαφάδου και ο πρώην αστυνομικός Βαγγέλης Μπαταρλής προσέγγισαν την οικογένεια για να προσφέρουν άμεση οικονομική και ηθική στήριξη. Η απευθείας επικοινωνία προκάλεσε εντάσεις. Η ΜΚΟ κατηγόρησε τη γραμματέα της κυρίας Κατσαφάδου για εξαπάτηση και απομάκρυνε όσους βοηθούσαν αυτόνομα.
«Λέγανε ότι κοροϊδεύει τον κόσμο και κάτι τέτοια. Γιατί της είπα ότι δεν κοροϊδεύει κανέναν κόσμο. Εμένα προσωπικά πήγα, τη γνώρισα από κοντά και η συγκεκριμένη κυρία είχε έρθει και στο νοσοκομείο και γεμάτη δώρα για το παιδί μου. Και το είχα αναφέρει αυτό στην Παιδική Χαρά ότι δεν είναι ψέματα, ότι δεν κοροϊδεύει κάποιον».
Ο κ. Μπαταρλής, που έδωσε προσωπικά 5.000 ευρώ, είχε προειδοποιήσει τη μητέρα να ζητήσει από τη ΜΚΟ αποδεικτικά έγγραφα για τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί. Ο ίδιος φέρεται να δεχόταν απειλές από την οργάνωση μέσω των κοινωνικών δικτύων, λόγω της ανεξάρτητης δράσης του.
Ο φερόμενος ως επικεφαλής της ΜΚΟ παρέδωσε στη μητέρα περίπου 30.000 ευρώ και της ζήτησε υπεύθυνη δήλωση ότι τα έλαβε, χωρίς όμως να της δώσει κάποιο επίσημο παραστατικό. Της αναφέρθηκε, παράλληλα, ότι ορισμένα χρήματα δόθηκαν σε άλλο παιδί, επειδή το δικό της «είχε καλυφθεί».
«Μαζεύτηκαν 42.000 ευρώ για τη θεραπεία του παιδιού μου και δεν πήρα ούτε ευρώ»
Ανάμεσα στις καταγγελίες για την οργάνωση ξεχωρίζει και η περίπτωση ενός πατέρα που περίμενε χρήματα για να καλυφθούν οι ανάγκες της χειρουργικής επέμβασης του παιδιού του.
Ο Παναγιώτης Θεοδωρίδης, γονέας παιδιού με σοβαρά προβλήματα υγείας, μιλώντας στην ΕΡΤ, περιέγραψε ότι η ΜΚΟ ανέλαβε να συγκεντρώσει χρήματα για τη θεραπεία του γιου του στη Ρωσία. Σύμφωνα με τον ίδιο, μέσα σε έναν μήνα μαζεύτηκαν 42.000 ευρώ, χωρίς η οικογένειά του να λάβει τελικά ούτε ένα ευρώ.
Αναφερόμενος στην προσωπική του εμπειρία, εξήγησε ότι εκπρόσωπος της οργάνωσης τον προσέγγισε τον Ιούνιο του 2020, στην Κομοτηνή, εκεί όπου εργαζόταν. Η αντιπρόεδρος της ΜΚΟ επικοινώνησε μαζί του, γνωρίζοντας τις δυσκολίες της οικογένειας και την προσπάθεια που κατέβαλλε για την αντιμετώπιση της ασθένειας του παιδιού.
Όπως ανέφερε, ο γιος του έχει επιληπτικές κρίσεις από την ηλικία των πέντε μηνών. Η οικογένεια είχε ήδη απευθυνθεί σε διάφορες κλινικές και νοσοκομεία στην Ελλάδα, σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, χωρίς να βρει αποτελεσματική λύση. Έπειτα, μέσω Έλληνα ομογενή, ήρθε σε επαφή με χειρουργό στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, με στόχο εξειδικευμένη θεραπευτική αντιμετώπιση.
Ο πατέρας εξήγησε ότι, μετά την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής, το παιδί παρουσίασε σταδιακή βελτίωση, με λιγότερες κρίσεις και καλύτερη κινητική λειτουργία. Η συνέχιση της θεραπευτικής προσπάθειας, όμως, απαιτούσε σημαντικούς οικονομικούς πόρους.
Η ΜΚΟ ανέλαβε να διοργανώσει διαδικτυακή εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων για τα έξοδα της θεραπείας. Κατά τον κ. Θεοδωρίδη, από τις 15 Σεπτεμβρίου έως τις 16 Οκτωβρίου συγκεντρώθηκαν συνολικά 42.000 ευρώ. Το ποσό εμφανιζόταν στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του προέδρου της οργάνωσης, όπως ο ίδιος του είχε γνωστοποιήσει.
Η οικογένεια είχε υπολογίσει ότι για τις ανάγκες της θεραπείας απαιτούνταν περίπου 95.000 ευρώ. Όταν όμως συγκεντρώθηκαν τα 42.000 ευρώ, ο πρόεδρος της ΜΚΟ ενημέρωσε τον πατέρα ότι η προσπάθεια διακόπτεται, καθώς η εκστρατεία θεωρήθηκε αποτυχημένη.
Ο κ. Θεοδωρίδης κατήγγειλε ότι, όταν ζήτησε να μάθει την τύχη των χρημάτων, άρχισε να δέχεται πιέσεις και απειλές, ενώ του ζητήθηκε να μην παρεμβαίνει στη διαδικασία και να μην αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Η κατάσταση περιπλέχθηκε περαιτέρω λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και της πολεμικής σύγκρουσης, που δυσκόλεψαν την επικοινωνία με την κλινική στη Ρωσία και την εξασφάλιση των απαραίτητων δικαιολογητικών. Ο Έλληνας ομογενής που είχε λειτουργήσει ως σύνδεσμος με την κλινική επιστρατεύτηκε και η επικοινωνία μαζί του χάθηκε.
Περίπου 14 μήνες μετά την έναρξη της διαδικασίας, ο πατέρας ενημερώθηκε ότι τα χρήματα είχαν δεσμευτεί στον τραπεζικό λογαριασμό, επειδή έλειπαν τα αναγκαία δικαιολογητικά, και ότι η οικογένεια δεν μπορούσε πλέον να τα διεκδικήσει. Σύμφωνα με όσα του μεταφέρθηκαν, υπήρχε μάλιστα το ενδεχόμενο τα ποσά να επιστραφούν στους δωρητές.

































